1993 . Κείμενο από την Κατερίνα Κοσκινά για την έκθεση Σφαιριστήριο.
Ο Λάζαρος Μαραβας είναι από τους νέους καλλιτέχνες που έχουν ήδη δώσει δείγμα μιας αξιοπρόσεκτης εικαστικής γραφής .Το έργο του < Σφαιριστήριο > που αποτελείτε από 11 ξύλινους σχηματικούς παίχτες ποδοσφαίρου , είναι ένα περιβάλλον που αναφέρεται άμεσα στο < ποδοσφαιρακι > , παιχνίδι ιδιαίτερα διαδομένο στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 .
Η έννοια του παιχνιδιού , με όλη τη σοβαρότητα που εμπεριέχει , κάνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο έντονη την παρουσία της στο χώρο των εικαστικών τεχνών .
Η πολυφωνία και η ελευθερία που χαρακτηρίζουν από τα τέλη της δεκαετίας του 80
Το διεθνές εικαστικό σκηνικό , επιτρέπουν όλο και σε περισσότερους καλλιτέχνες να στρέφονται προς το παιχνίδι , είτε ως ανάμνηση είτε ως ειρωνική πρόκληση και κριτική , είτε έρευνα των πρώτον στοιχείων δημιουργίας , χωρίς τον κίνδυνο να θεωρηθεί το έργο τους απλοϊκό . Από την Niki de Saint Phalle και τον J . Tinguely
παλαιότερα μέχρι τον J . Borofsky , τον D . Oppenheim , τον Γ . Λαππα η τον
Τ. Παυλοπουλο μεταξύ άλλων , με διαφορετικούς κάθε φορά συνειρμούς , βιώματα και στόχους , το παιχνίδι απέδειξε ότι λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι αντιπαραθετικά με τον κόσμο της ενήλικης και ορθολογικής δημιουργικότητας .Ο όρος καλλιτέχνης - παιδί δεν είναι άλλωστε καινούργιος και ίσως να ταιριάζει σε περισσότερους καλλιτέχνες απ όσους φαίνεται να εκφράζει εκ πρώτης όψεως .
Στην περίπτωση του Λάζαρου Μαραβα , το σφαιριστήριο , έργο και παιχνίδι , είναι ο χώρος παιχνιδιού μιας συγκεκριμένης εποχής , άρρηκτα δεμένης με πληθώρα στοιχείων , μακρινών αλλά όχι ξεχασμένων .Το σφαιριστήριο , ήταν ένας χώρος λουμπεν , στον οποίο ακούγονταν τα λαϊκά τραγούδια του Γαβαλα και της Κουρτη , στο οποίο οι θαμώνες , συχνά υποψήφιοι μετανάστες μιας πραγματικής η εσωτερικής μετανάστευσης , έμπαιναν με την αθλητική συνήθως εφημερίδα τους διπλωμένη κάτω από το μπράτσο . Εκεί το παιχνίδι δεν ήταν μόνο διασκέδαση αλλά μάχη με στόχο την επίδειξη ισχύος , την απόδειξη δεξιοτεχνίας . Ο παίχτης εκπροσωπούσε μια ομάδα - συχνά την δική του - και συναγωνιζόταν με τον συμπαίκτη του , είδος που τα τελευταία χρόνια με την εξάπλωση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών , τείνει να εκλείψει . Το σφαιριστήριο όμως πέρα από νοσταλγία και μνήμη συνδέεται συνειρμικά στην Ελλάδα και με μια δυσάρεστη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας της .
Το έργο είναι σαφές ότι στηρίζεται σ ένα υπόβαθρο όπου το παιχνίδι μετέχει εξ ίσου της ψυχαγωγικής και της κοινωνικής του διάστασης .
Ο καλλιτέχνης - παιδί είναι εδώ συγχρόνως και ο παίκτης , στοιχείο αναγκαίο στο όλο οικοδόμημα , μια κι από αυτόν εξαρτάται το τι μπορεί η δεν μπορεί να γίνει .
Είναι ένα παιχνίδι δηλαδή που χρησιμοποιείται από τον καλλιτέχνη σε μια προσπάθεια , ταυτόχρονης αναζήτησης όχι μόνο της ιδέας του παιχνιδιού αυτού καθ εαυτού , αλλά και των κοινωνικών προεκτάσεων του , μετουσιωμένης σ έργο μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία .
Ο Λάζαρος Μαραβας με το έργο αυτό κατευθύνεται σ ένα χώρο δύσκολο που οι μορφοπλαστικες και ιδεολογικές αναζητήσεις του << ρισκάρουν >> την αναμέτρηση τους με το κοινωνιολογικό περιεχόμενο των προτάσεων του.
Είναι σίγουρα ένα δύσκολο , επώδυνο , αλλά και συγχρόνως πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα , απολύτως συνυφασμένο όμως με τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας . |